βουρδουνιάζου
- Φουντώνω,
- Κάνω πολλά λεφτά
βουρλίζουμι
- Σκέπτομαι στενόχωρα, ενοχλούμαι, έχω μπλέξει σε στενόχωρες φροντίδες
βουστσίζου
- Βόσκω
βουτάν' (του)
- Θαμνώδες φυτό, αγριόχορτο
βουτανίζου
- Καθαρίζω το χωράφι από τα αγριόχορτα (κυρίως όταν το χωράφι είναι καλλιεργημένο με δημητριακά και είναι ακόμα μικρά).
βραζούμινου (του)
-
Που βράζει εύκολα
- -Τα κτσιά είνι βραζούμινα;
βρακουζών' (η)
- Ειδικό σχοινί πλεγμένο γαϊτανάκι που συγκρατούσε τη βράκα σαν ζώνη
βρακουθηλιά (η)
- Η θηλιά του βρακιού
βράσμα (του)
- Εκχύλισμα σύκων ή σταφυλιών, πετιμέζι
βρασματολουκούμια (τα)
- Είδος γλυκού. Υλικά: αλεύρι σιταρένιο, πετιμέζι από σύκα, τριμμένη φλούδα πορτοκαλιού
- Αργιλώδες χώμα που το χρησιμοποιούσαν σαν φίλτρο για την παρασκευή βράσματος
βρατσί (του)
-
Βρακί
- - ‘Όποιους πίν' πουλί ρατσί
- απουμέν' χουρίς βρατσί
βραχιόλ' (του)
- Συνδέει το «αλετρόχειρο» με το «πουδάρ'» στο αλέτρι
βρη (επιφών.)
-
Βρε, καλέ
- -Καλά βρη μάνα!
βριάζ'
-
Υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα
- -Βριάζ' η ψείρα στου τσιφάλι τ'
βριντίλια (τα)
- Μικρά κουδούνια (με μια μπίλια στη μέση) που τα έβαζαν στα άλογα που έσερναν τους αραμπάδες
-
Ό,τι φαγώσιμο βρίσκεται στο σπίτι. Ένδειξη λιτότητας και όχι πλούτου
- -Ουρίστι στου τραπέζ'. Εν έχουμι πουλλά φαγιά, μόν' του βρισκάμινου!
βριχάμινα (τα)
- Η επένδυση του πλεούμενου κι απ' τις δυο μεριές, που βρέχονται από τα νερά της θάλασσας
βρουγκή (η)
- Βροντή
βρουλ'δέλ' (του)
- υποκορ.της λ. «βρουλίδα»
- Πλεξίδα μαλλιών και άλλων προϊόντων (σκόρδων)
βρούλους (ι)
- Το βούρλο
βρουμιάρκου (του)
- Βρόμικο
βρουμόμγια (η)
- μτφ. άνθρωπος κακολόγος, που γυρίζει σαν τη βρομόμυγα και κάνει φαρμακερά σχόλια.
βρουμόστουμου (του)
- Υβριστής
βρουμουδ'λειά (η)
- Βρομοδουλειά
- Δύσοσμο φυτό και είδος εντόμου που μυρίζει άσχημα (αρχ. τίλφη)
- Βρόμικος στενός δρόμος
βρουμσιά (η)
-
Βρομιά αλλά και κοσμητικό επίθετο.
- -Μη μι πειράζ'ς μένα γιακί ξέρ'ς είμι βρουμσιά
- Αναδίνω κακοσμία
βρουντώ
-
Χτυπώ δυνατά, κάνω θόρυβο
- -Βρόντουμ' μια ώρα κ' ξώπουρτα μ' σεις έχ'τι φαίνιτι λακιρντί. Ντα λέτι;
- -Άι βρουντούτι σεις = συνεχίστε εσείς. Λέγεται όταν κάποιος ετοιμάζεται να φύγει (πχ από γλέντι που γίνεται και προτρέπει τους άλλους να συνεχίσουν).
Επίσης ως:
βρουχή
-
Διαφαθμίσεις έντασης βροχής: Τσιλιντί = μικρότερη από ψιχάλα, Ψ'χάλα, Βρόχους = μεγάλη βροχή, Μι του σιτζίμ = βρέχει καρεκλοπόδαρα, Αχμάκ' Γιαμπουρντού = η βροχή σταματά σιγά - σιγά, ελάχιστη βροχή.
- - Τούκ' εν ήντου βρουχή, ήντου βρόχους!
Επίσης ως:
βρουχόνιρου (του)
- Νερό της βροχής
Βρυδίκ' (η)
-
Το όνομα «Ευρυδίκη»
- -Τ'ς Βρυδίκ'ς ι γιός απ' κ' Αγιά Παραστσηβή
βρύτσια (τα)
- Τα βρύα (υδρόβια χόρτα)
βρυτσιάζου
-
Λέγεται μόνο για το νερό που χαλάει και αναπτύσσει μέσα του βρύα (υδρόβια χόρτα)
- -Βρυτσιάσει του νιρό σκ' Μπαλίνα!
βρυτσιασμένους (ι)
-
Που έχει βρύτσια δηλ. βρύα
- -Βρυτσιασμένους τόπους!
- Ο σβόλος (μικρή μάζα από χώμα ή οποιαδήποτε άλλη ύλη)