βουρδουνιάζου
  1. Φουντώνω,
  2. Κάνω πολλά λεφτά
βουρλίζουμι
  • Σκέπτομαι στενόχωρα, ενοχλούμαι, έχω μπλέξει σε στενόχωρες φροντίδες
βουστσίζου
  • Βόσκω
βουτάν' (του)
  • Θαμνώδες φυτό, αγριόχορτο
βουτανίζου
  • Καθαρίζω το χωράφι από τα αγριόχορτα (κυρίως όταν το χωράφι είναι καλλιεργημένο με δημητριακά και είναι ακόμα μικρά).
βραζούμινου (του)
  • Που βράζει εύκολα
    • -Τα κτσιά είνι βραζούμινα;
βρακουζών' (η)
  • Ειδικό σχοινί πλεγμένο γαϊτανάκι που συγκρατούσε τη βράκα σαν ζώνη
βρακουθηλιά (η)
  • Η θηλιά του βρακιού
βράσμα (του)
  • Εκχύλισμα σύκων ή σταφυλιών, πετιμέζι
βρασματολουκούμια (τα)
  • Είδος γλυκού. Υλικά: αλεύρι σιταρένιο, πετιμέζι από σύκα, τριμμένη φλούδα πορτοκαλιού
βρασματόχουμα (του)

Ετυμολογία: βράσμα + χώμα

  • Αργιλώδες χώμα που το χρησιμοποιούσαν σαν φίλτρο για την παρασκευή βράσματος
βρατσί (του)
  • Βρακί
    • - ‘Όποιους πίν' πουλί ρατσί
    • απουμέν' χουρίς βρατσί
βραχιόλ' (του)
  • Συνδέει το «αλετρόχειρο» με το «πουδάρ'» στο αλέτρι
βρη (επιφών.)
  • Βρε, καλέ
    • -Καλά βρη μάνα!
βριάζ'
  • Υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα
    • -Βριάζ' η ψείρα στου τσιφάλι τ'
βριντίλια (τα)
  • Μικρά κουδούνια (με μια μπίλια στη μέση) που τα έβαζαν στα άλογα που έσερναν τους αραμπάδες
βρισκάμινου (του)

Ετυμολογία: αρχ. ευρίσκω > βρίσκω

  • Ό,τι φαγώσιμο βρίσκεται στο σπίτι. Ένδειξη λιτότητας και όχι πλούτου
    • -Ουρίστι στου τραπέζ'. Εν έχουμι πουλλά φαγιά, μόν' του βρισκάμινου!
βριχάμινα (τα)
  • Η επένδυση του πλεούμενου κι απ' τις δυο μεριές, που βρέχονται από τα νερά της θάλασσας
βρουγκή (η)
  • Βροντή
βρουλ'δέλ' (του)
  • υποκορ.της λ. «βρουλίδα»
βρουλίδα (η)

Ετυμολογία: μσν. βούρλον < μτγν. βρούλλον (= φυτό βάλτων) > βρουλ + ίδα (κατάλ.)

  • Πλεξίδα μαλλιών και άλλων προϊόντων (σκόρδων)
βρούλους (ι)
  • Το βούρλο
βρουμιάρκου (του)
  • Βρόμικο
βρουμόμγια (η)
  • μτφ. άνθρωπος κακολόγος, που γυρίζει σαν τη βρομόμυγα και κάνει φαρμακερά σχόλια.
βρουμόστουμου (του)
  • Υβριστής
βρουμουδ'λειά (η)
  • Βρομοδουλειά
βρουμούσα (η)

Ετυμολογία: βρομώ > βρομούσα

  • Δύσοσμο φυτό και είδος εντόμου που μυρίζει άσχημα (αρχ. τίλφη)
βρουμουσόκακου (του)

Ετυμολογία: Βρόμα+σοκάκι

  • Βρόμικος στενός δρόμος
βρουμσιά (η)
  • Βρομιά αλλά και κοσμητικό επίθετο.
    • -Μη μι πειράζ'ς μένα γιακί ξέρ'ς είμι βρουμσιά
βρουμώ

Ετυμολογία: αρχ. βρομέω

  • Αναδίνω κακοσμία
βρουντουλουγώ
Δείτε:
βρουντώ
  • Χτυπώ δυνατά, κάνω θόρυβο
    • -Βρόντουμ' μια ώρα κ' ξώπουρτα μ' σεις έχ'τι φαίνιτι λακιρντί. Ντα λέτι;
    • -Άι βρουντούτι σεις = συνεχίστε εσείς. Λέγεται όταν κάποιος ετοιμάζεται να φύγει (πχ από γλέντι που γίνεται και προτρέπει τους άλλους να συνεχίσουν).
Επίσης ως:
βρουχή
  • Διαφαθμίσεις έντασης βροχής: Τσιλιντί = μικρότερη από ψιχάλα, Ψ'χάλα, Βρόχους = μεγάλη βροχή, Μι του σιτζίμ = βρέχει καρεκλοπόδαρα, Αχμάκ' Γιαμπουρντού = η βροχή σταματά σιγά - σιγά, ελάχιστη βροχή.
    • - Τούκ' εν ήντου βρουχή, ήντου βρόχους!
βρουχόνιρου (του)
  • Νερό της βροχής
Βρυδίκ' (η)
  • Το όνομα «Ευρυδίκη»
    • -Τ'ς Βρυδίκ'ς ι γιός απ' κ' Αγιά Παραστσηβή
βρύτσια (τα)
  • Τα βρύα (υδρόβια χόρτα)
βρυτσιάζου
  • Λέγεται μόνο για το νερό που χαλάει και αναπτύσσει μέσα του βρύα (υδρόβια χόρτα)
    • -Βρυτσιάσει του νιρό σκ' Μπαλίνα!
βρυτσιασμένους (ι)
  • Που έχει βρύτσια δηλ. βρύα
    • -Βρυτσιασμένους τόπους!
βώλους (ι)

Ετυμολογία: βόλος με ανάπτυξη προθετ σ από τη συνεκφορά ένας βόλος

  • Ο σβόλος (μικρή μάζα από χώμα ή οποιαδήποτε άλλη ύλη)