Βρέθηκε ακριβές λήμμα
χαραρέτ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. hararet = θέρμη

  • Μεγάλη δίψα
    • -Μιγάλου χαραρέτ βλέπου. Ντα διάβουλου έφαγις;