Βρέθηκε ακριβές λήμμα
χουβόλ' (η)
  1. Χόβολη, ζεστή στάχτη
  2. μτφ. άνθρωπος με προβλήματα υγείας
    • -Α κ' χουβόλ' γίνκα!